breastplate
breast
ˈbrɛst
brest
plate
pleɪt
pleit

Ορισμός και σημασία του "breastplate"στα αγγλικά

01

θωράκιση στήθους, θωράκιση στήθους αλόγου

a piece of equipment worn around a horse's chest and shoulders 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
breastplates
Παραδείγματα
The breastplate's design and fit are crucial for comfort and freedom of movement for the horse. 

Ο σχεδιασμός και η εφαρμογή του θωράκιου είναι κρίσιμα για την άνεση και την ελευθερία κίνησης του αλόγου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store