Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Breaker
01
διακόπτης, αυτόματος διακόπτης
a device that trips like a switch and opens the circuit when overloaded
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
breakers
02
κύμα, αφρός κυμάτων
waves breaking on the shore
03
θραυστής, λιθοθραύστης
a person who works in a quarry and is responsible for breaking stones or rocks
Λεξικό Δέντρο
breaker
break



























