breadwinner
bread
ˈbrɛd
bred
wi
vi
nner

Ορισμός και σημασία του "breadwinner"στα αγγλικά

01

οικογενειακός τροφοδότης, κεφαλή της οικογένειας

a person who earns money to support their family, typically the main or sole provider of income 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
breadwinners
Παραδείγματα
As the breadwinner of the family, he works two jobs to support them. 

Ως οικογενειακός τροφοδότης, εργάζεται σε δύο θέσεις εργασίας για να τους στηρίξει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store