Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Breadwinner
01
οικογενειακός τροφοδότης, κεφαλή της οικογένειας
a person who earns money to support their family, typically the main or sole provider of income
Παραδείγματα
She felt proud to be the breadwinner, ensuring her family ’s financial security.
Αισθάνθηκε περήφανη που ήταν ο οικονομικός προστάτης, διασφαλίζοντας την οικονομική ασφάλεια της οικογένειάς της.



























