Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Breadth
01
πλάτος, εύρος
the distance between two sides of something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
breadths
Παραδείγματα
The breadth of the river made it impossible to cross without a bridge.
Το πλάτος του ποταμού έκανε αδύνατη τη διέλευση χωρίς γέφυρα.
02
εύρος, ποικιλία
the ability to comprehend and engage with a diverse array of subjects or topics
Παραδείγματα
Her breadth of knowledge amazed everyone in the room; she seemed to effortlessly switch between discussing history, science, and literature with equal expertise.
Το εύρος της γνώσης της εκπλῆξε όλους στο δωμάτιο· φαινόταν να αλλάζει χωρίς κόπο μεταξύ συζητήσεων για ιστορία, επιστήμη και λογοτεχνία με ίση εμπειρογνωμοσύνη.



























