Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Breadth
01
πλάτος, εύρος
the distance between two sides of something
Παραδείγματα
The breadth of the ocean seemed endless from the ship's deck.
Το εύρος του ωκεανού φαινόταν ατελείωτο από το κατάστρωμα του πλοίου.
02
εύρος, ποικιλία
the ability to comprehend and engage with a diverse array of subjects or topics
Παραδείγματα
Through continuous learning and exploration, one can expand their breadth of understanding, becoming better equipped to tackle complex problems and adapt to diverse challenges.
Μέσα από τη συνεχή μάθηση και εξερεύνηση, κάποιος μπορεί να επεκτείνει το εύρος της κατανόησής του, γίνοντας καλύτερα προετοιμασμένος να αντιμετωπίσει πολύπλοκα προβλήματα και να προσαρμοστεί σε διαφορετικές προκλήσεις.



























