brawn
brawn
brɔ:n
brawn
brainbrown

Ορισμός και σημασία του "brawn"στα αγγλικά

01

μυϊκή δύναμη, σωματική δύναμη

physical strength arising from highly developed muscles 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
In competitive strongman events, competitors rely on sheer brawn to lift and pull enormous weights. 

Σε ανταγωνιστικά strongman events, οι διαγωνιζόμενοι βασίζονται στην μυϊκή δύναμη για να σηκώσουν και να τραβήξουν τεράστια βάρη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

brawny
brawn
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store