bravery
Pronunciation
/ˈbɹeɪvɝi/

Ορισμός και σημασία του "bravery"στα αγγλικά

01

θάρρος, ανδρεία

the quality of being willing to face danger, fear, or difficulty with resolve and courage
bravery definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Despite the risks, her bravery kept her going through the tough times.
Παρά τους κινδύνους, το θάρρος της την κράτησε να συνεχίσει στις δύσκολες στιγμές.
02

θάρρος, ανδρεία

feeling no fear

Λεξικό Δέντρο

bravery
brave
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store