Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
adamantine
01
αδιάλλακτος, άκαμπτος
impervious to pleas, persuasion, requests, reason
02
αδαμάντινος, σκληρός σαν αδάμαντας
consisting of or having the hardness of adamant
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most adamantine
συγκριτικός βαθμός
more adamantine
διαβαθμίσιμο
03
αδαμάντινος, σκληρός σαν διαμάντι
having the hardness of a diamond



























