island hopping
is
ˈaɪ
ai
land
lənd
lēnd
ho
ho
pping
pɪng
ping
island-hopping

Ορισμός και σημασία του "island hopping"στα αγγλικά

Island hopping
01

άλμα από νησί σε νησί, ταξίδι από νησί σε νησί

a way of traveling where a person moves from one island to another, usually by boat or plane 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
island hoppings
Παραδείγματα
They spent their vacation island hopping in Greece. 

Πέρασαν τις διακοπές τους κάνοντας νησιωτικό πήδημα στην Ελλάδα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store