fresh air
fresh
frɛʃ
fresh
air
e

Ορισμός και σημασία του "fresh air"στα αγγλικά

01

μια ανάσα φρέσκου αέρα, ένας άνεμος αλλαγής

a refreshing change that brings new energy, ideas, or improvement to a situation 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The new manager was like a breath of fresh air, transforming the team's morale. 

Ο νέος μάνατζερ ήταν σαν μια ανάσα φρέσκου αέρα, μεταμορφώνοντας το ηθικό της ομάδας.

02

φρέσκος αέρας, καθαρός αέρας

clean and natural air from outside that feels good to breathe 
Παραδείγματα
We opened the window to let in some fresh air. 

Ανοίξαμε το παράθυρο για να αφήσουμε να μπει λίγο φρέσκος αέρας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store