luddite
lu
ˈlʌ
la
ddite
daɪt
dait

Ορισμός και σημασία του "luddite"στα αγγλικά

01

λουδίτης, αντιτεχνολογικός

a person who opposes new technology or change, especially in the workplace, often because it replaces jobs 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
luddites
Παραδείγματα
The luddite refused to use the new computer system. 

Ο λουδίτης αρνήθηκε να χρησιμοποιήσει το νέο σύστημα υπολογιστών.

02

ένας Λουδίτης, μέλος των Λουδιτών

a member of a group of early 19th-century English workers who protested against the use of machinery that threatened their jobs, often by destroying the machines 
Παραδείγματα
The Luddites destroyed textile machines during the Industrial Revolution. 

Οι Λουδίτες κατέστρεψαν μηχανές υφαντουργίας κατά τη Βιομηχανική Επανάσταση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store