Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
facilitated
01
διευκολυνόμενος, οργανωμένος
made easier or more organized through planned help or support
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most facilitated
συγκριτικός βαθμός
more facilitated
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The company offered a facilitated program for new workers.
Η εταιρεία προσέφερε ένα διευκολυνόμενο πρόγραμμα για νέους εργαζόμενους.
Λεξικό Δέντρο
facilitated
facilitate
facility



























