facilitated
fa
ci
ˈsɪ
si
li
ta
teɪ
tei
ted
tɪd
tid
debilitated

Ορισμός και σημασία του "facilitated"στα αγγλικά

facilitated
01

διευκολυνόμενος, οργανωμένος

made easier or more organized through planned help or support 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most facilitated
συγκριτικός βαθμός
more facilitated
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
process, support, organization
Παραδείγματα
The meeting was held in a facilitated space with modern tools. 

Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε σε έναν διευκολυνόμενο χώρο με σύγχρονα εργαλεία.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

facilitated
facilitate
facility
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store