Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
facilitated
01
διευκολυνόμενος, οργανωμένος
made easier or more organized through planned help or support
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most facilitated
συγκριτικός βαθμός
more facilitated
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
process, support, organization
Παραδείγματα
The meeting was held in a facilitated space with modern tools.
Η συνάντηση πραγματοποιήθηκε σε έναν διευκολυνόμενο χώρο με σύγχρονα εργαλεία.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
facilitated
facilitate
facility



























