Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
touch-sensitive
01
ευαίσθητο στην αφή, απτικός
responding or reacting to physical touch
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most touch-sensitive
συγκριτικός βαθμός
more touch-sensitive
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The phone screen is touch-sensitive, allowing for easy navigation.
Η οθόνη του τηλεφώνου είναι ευαίσθητη στην αφή, επιτρέποντας εύκολη πλοήγηση.



























