main entrance
main
ˈmeɪn
mein
ent
ɛnt
ent
rance
rəns
rēns

Ορισμός και σημασία του "main entrance"στα αγγλικά

01

κύρια είσοδος, κύρια πύλη

the most commonly used doorway or access point to a building, venue, or enclosed space 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
main entrances
Παραδείγματα
Please meet me at the main entrance of the museum at 2 PM. 

Παρακαλώ συναντηθείτε μαζί μου στην κύρια είσοδο του μουσείου στις 2 μ.μ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store