Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Main entrance
01
κύρια είσοδος, κύρια πύλη
the most commonly used doorway or access point to a building, venue, or enclosed space
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
main entrances
Παραδείγματα
Please meet me at the main entrance of the museum at 2 PM.
Παρακαλώ συναντηθείτε μαζί μου στην κύρια είσοδο του μουσείου στις 2 μ.μ.



























