willies
wi
ˈwɪ
vi
llies
liz
liz
achillesantilles

Ορισμός και σημασία του "willies"στα αγγλικά

01

ρίγη, φρίκη

a feeling of unease, fear, or discomfort, often accompanied by physical sensations such as a shiver or goosebumps 
χιουμοριστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
willies
Παραδείγματα
That old house gives me the willies every time I pass by it. 

Αυτό το παλιό σπίτι μου προκαλεί ρίγη κάθε φορά που περνάω από δίπλα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store