Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lucky dog
01
τυχερό σκυλί, τυχερός
a person who is very fortunate or has experienced good luck in a particular situation
humorous
informal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lucky dogs
Παραδείγματα
She won the grand prize in the lottery? What a lucky dog!
Κέρδισε το μεγάλο βραβείο στο λόττο; Τι τυχερό σκυλί!



























