Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Scaredy cat
01
δειλός, φοβιτσιάρης
a person who is easily frightened
Dialect
American
informal
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scaredy cats
Παραδείγματα
My little sister is a scaredy cat who sleeps with the light on.
Η μικρή μου αδερφή είναι μια φόβητσα που κοιμάται με το φως ανοιχτό.



























