Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
white-knuckle
01
συγκλονιστικός, συναρπαστικός
used to describe something intense, thrilling, or nerve-wracking, often causing fear or excitement
Παραδείγματα
The stock market crash turned into a white-knuckle experience for investors.
Η κατάρρευση του χρηματιστηρίου μετατράπηκε σε μια τεντωμένη εμπειρία για τους επενδυτές.
to white-knuckle
01
σφίγγω δυνατά, κρατιέμαι με τρόμο
to grip something very tightly due to fear, stress, or excitement
Παραδείγματα
I white-knuckled my phone as I waited for the test results.
Κράτησα σφιχτά το τηλέφωνό μου ενώ περίμενα τα αποτελέσματα του τεστ.



























