Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
white-knuckle
01
συγκλονιστικός, συναρπαστικός
used to describe something intense, thrilling, or nerve-wracking, often causing fear or excitement
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most white-knuckle
συγκριτικός βαθμός
more white-knuckle
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The white-knuckle ride left us all breathless.
Η συναρπαστική βόλτα μας άφησε όλους άφωνους.
to white-knuckle
01
σφίγγω δυνατά, κρατιέμαι με τρόμο
to grip something very tightly due to fear, stress, or excitement
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
white-knuckle
γ΄ ενικό πρόσωπο
white-knuckles
ενεστώτα μετοχή
white-knuckling
απλός αόριστος
white-knuckled
παθητική μετοχή
white-knuckled
Παραδείγματα
She white-knuckled the steering wheel as the storm raged on.
Κράτησε σφιχτά το τιμόνι καθώς η καταιγίδα μαίνονταν.



























