lardo
lar
ˈlɑ:
laa
do
dəʊ
dew
largolaredolaudo

Ορισμός και σημασία του "lardo"στα αγγλικά

01

χοντρός, παχύς

a person who is overweight or has a large body, often used in a derogatory manner 
αποδοκιμαστικό
ανεπίσημο
προσβλητικό
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
lardos
Παραδείγματα
Stop calling me a lardo; I’ve been working on my fitness! 

Σταμάτα να με λες χοντρέ; δουλεύω τη φυσική μου κατάσταση!

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store