Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Cornball
01
υπερβολικά συναισθηματικό άτομο, ξεπερασμένο άτομο
a person who is excessively sentimental, clichéd, or cheesy, often in a way that is considered outdated or awkward
αποδοκιμαστικό
χιουμοριστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cornballs
Παραδείγματα
He’s such a cornball, always telling those old-fashioned jokes at the party.
Είναι τόσο ξεπερασμένος, πάντα λέει αυτά τα παλιομοδίτικα αστεία στο πάρτι.
02
κλισέ, υπερβολικά συναισθηματικός
something that is overly sentimental, cheesy, or clichéd, often in an outdated or awkward way
αποδοκιμαστικό
χιουμοριστικό
ανεπίσημο
Παραδείγματα
That song is so cornball, I can’t take it seriously.
Αυτό το τραγούδι είναι τόσο κλισέ, δεν μπορώ να το πάρω στα σοβαρά.
to cornball
01
σταμάτα να συμπεριφέρεσαι τόσο συναισθηματικά και πήγαινε στο ψητό!, σταμάτα να κάνεις το τυροκομείο και πήγαινε στο θέμα!
to act in an exaggeratedly sentimental or cheesy manner, often in a way that seems insincere or forced
αποδοκιμαστικό
χιουμοριστικό
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cornball
γ΄ ενικό πρόσωπο
cornballs
ενεστώτα μετοχή
cornballing
απλός αόριστος
cornballed
παθητική μετοχή
cornballed
Παραδείγματα
Stop cornballing around and get to the point!
Σταμάτα να κάνεις θέατρο και πήγαινε στο ψητό!
Λεξικό Δέντρο
cornball
corn
ball



























