played
played
pleɪd
πλειντ
/plˈe‌ɪd/

Ορισμός και σημασία του "played"στα αγγλικά

01

βαρετός, άνοστος

dull or lacking excitement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most played
συγκριτικός βαθμός
more played
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
That concert was played — no energy at all!
Αυτό το συναυλία παίχτηκε—καθόλου ενέργεια!
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store