played
played
ple‌ɪd
pleid
tiradeabradeunladearcade

Ορισμός και σημασία του "played"στα αγγλικά

01

βαρετός, άνοστος

dull or lacking excitement 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most played
συγκριτικός βαθμός
more played
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The party was so played, I left early. 

Το πάρτι ήταν τόσο βαρετό, έφυγα νωρίς.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store