Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
played
01
βαρετός, άνοστος
dull or lacking excitement
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most played
συγκριτικός βαθμός
more played
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
That concert was played — no energy at all!
Αυτό το συναυλία παίχτηκε—καθόλου ενέργεια!
Λεξικό Δέντρο
played
play



























