Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to scope out
01
εξετάζω, επιθεωρώ
to observe and examine something or someone carefully in order to gain information or assess a situation
informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
scope
ενεστώτας
scope out
γ΄ ενικό πρόσωπο
scopes out
ενεστώτα μετοχή
scoping out
απλός αόριστος
scoped out
παθητική μετοχή
scoped out
Παραδείγματα
He scoped out the competition before entering the tournament.
Αξιολόγησε τον ανταγωνισμό πριν μπει στο τουρνουά.



























