Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to party on
01
συνεχίστε το πάρτι, συνεχίστε τη γιορτή
to continue to have fun, often associated with a carefree or celebratory attitude
Everyday expression
Informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
on
βασικό ρήμα
party
ενεστώτας
party on
γ΄ ενικό πρόσωπο
parties on
ενεστώτα μετοχή
partying on
απλός αόριστος
partied on
παθητική μετοχή
partied on
Παραδείγματα
Despite the rain, they decided to party on until dawn.
Παρά τη βροχή, αποφάσισαν να συνεχίσουν το πάρτι μέχρι την αυγή.



























