Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
laddish
01
ανδροπρεπής, παιδιάστικος
behaving in a way that is stereotypically male, often rowdy, immature, or focused on sports, drinking, and banter
Dialect
British
Informal
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most laddish
συγκριτικός βαθμός
more laddish
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His laddish attitude faded as he grew more mature over the years.
Η παιδική του συμπεριφορά εξασθένισε καθώς ωρίμαζε με τα χρόνια.
Λεξικό Δέντρο
laddish
lad



























