Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
laddish
01
ανδροπρεπής, παιδιάστικος
behaving in a way that is stereotypically male, often rowdy, immature, or focused on sports, drinking, and banter
Dialect
British
ανεπίσημο
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most laddish
συγκριτικός βαθμός
more laddish
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
His laddish behavior at the party annoyed some of the guests.
Η παιδική του συμπεριφορά στο πάρτι ενόχλησε μερικούς από τους καλεσμένους.
Λεξικό Δέντρο
laddish
lad



























