Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Public-private partnership
01
δημόσια-ιδιωτική συνεργασία, σύμπραξη δημόσιου-ιδιωτικού τομέα
a project where the government and private companies work together to provide services or build infrastructure
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
public-private partnerships
Παραδείγματα
The new highway was built through a public-private partnership.
Ο νέος αυτοκινητόδρομος κατασκευάστηκε μέσω μιας δημόσιας-ιδιωτικής συνεργασίας.
LanGeek



























