scheduled flight
sche
ˈʃɛ
she
duled
dju:ld
dyoold
flight
flaɪt
flait

Ορισμός και σημασία του "scheduled flight"στα αγγλικά

Scheduled flight
01

προγραμματισμένη πτήση

a flight that operates at regular, set times according to a published timetable 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
scheduled flights
Παραδείγματα
The scheduled flight to London departs at 10:00 AM every day. 

Η προγραμματισμένη πτήση για το Λονδίνο αναχωρεί κάθε μέρα στις 10:00 π.μ.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store