sheltered housing
shel
ˈʃɛl
shel
tered
təd
tēd
hou
haʊ
haw
sing
zɪng
zing

Ορισμός και σημασία του "sheltered housing"στα αγγλικά

Sheltered housing
01

προστατευμένη στέγαση, κατοικία με υποστήριξη

a type of housing designed for elderly or disabled people 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
She moved into sheltered housing to feel safer and more supported. 

Μετακόμισε σε προστατευμένη κατοικία για να νιώθει πιο ασφαλής και υποστηριζόμενη.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store