telesales
te
ˈtɛ
te
le
li
sales
seɪlz
seilz

Ορισμός και σημασία του "telesales"στα αγγλικά

01

τηλεπωλήσεις, πωλήσεις μέσω τηλεφώνου

the practice of selling products or services over the phone 
Dialectbritish flagBritish
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He works in telesales, calling potential customers to promote products. 

Εργάζεται στην τηλεπώληση, καλώντας πιθανούς πελάτες για την προώθηση προϊόντων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store