Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Teleprompter
01
τηλεπρομοπτερ, ηλεκτρονικός υποβολέας
an electronic device that displays the script for people who are speaking in public, or on television
Dialect
American
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
teleprompters
Παραδείγματα
The news anchor read the script smoothly from the teleprompter, delivering the evening news with confidence.
Ο παρουσιαστής των ειδήσεων διάβασε το σενάριο ομαλά από τον τηλεβόα, παρουσιάζοντας τα βραδινά νέα με αυτοπεποίθηση.



























