Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Telescope
01
τηλεσκόπιο, αστεροσκόπιο
a piece of equipment by which the far objects, particularly those in space, are made clearly visible
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
telescopes
Παραδείγματα
They purchased a telescope to enhance their night sky observations.
Αγόρασαν ένα τηλεσκόπιο για να βελτιώσουν τις παρατηρήσεις του νυχτερινού ουρανού.
to telescope
01
τηλεσκοπώ, συμπτύσσομαι τηλεσκοπικά
to collapse or compress, often by sliding or folding parts into each other
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
telescope
γ΄ ενικό πρόσωπο
telescopes
ενεστώτα μετοχή
telescoping
απλός αόριστος
telescoped
παθητική μετοχή
telescoped
Παραδείγματα
The scaffolding telescoped when not in use.
Η σκαλωσιά τηλεσκοπήθηκε όταν δεν ήταν σε χρήση.
02
συντομεύω, συμπυκνώνω
to make something shorter or more compact in size, time, or sequence
Παραδείγματα
Production schedules were telescoped to meet the deadline.
Τα χρονοδιαγράμματα παραγωγής τηλεσκοπήθηκαν για να πληρώσουν την προθεσμία.
Λεξικό Δέντρο
telescopic
telescope



























