telesales
Pronunciation
/tˈɛlɪsˌeɪlz/

Ορισμός και σημασία του "telesales"στα αγγλικά

01

τηλεπωλήσεις, πωλήσεις μέσω τηλεφώνου

the practice of selling products or services over the phone
Dialectbritish flagBritish
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
His job in telesales requires him to meet daily sales targets.
Η δουλειά του στην τηλεπώληση απαιτεί να καλύπτει καθημερινούς στόχους πωλήσεων.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store