adoption leave
a
ə
ē
dop
ˈdɒp
dop
tion
ʃən
shēn
leave
li:v
liv

Ορισμός και σημασία του "adoption leave"στα αγγλικά

Adoption leave
01

άδεια υιοθεσίας, άδεια για υιοθεσία

a period of paid or unpaid time off from work given to an employee who is adopting a child, typically to care for the child after adoption 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
adoption leaves
Παραδείγματα
She took adoption leave to bond with her newly adopted child. 

Πήρε άδεια υιοθεσίας για να δημιουργήσει δεσμούς με το νεοαποκτηθέν παιδί της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store