to do without
do
ˈdu:
doo
with
wɪð
vidh
out
aʊt
awt

Ορισμός και σημασία του "do without"στα αγγλικά

to do without
01

κάνω χωρίς, ζω χωρίς

to manage or live without something, usually something considered necessary or desired 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
without
βασικό ρήμα
do
ενεστώτας
do without
γ΄ ενικό πρόσωπο
does without
ενεστώτα μετοχή
doing without
απλός αόριστος
did without
παθητική μετοχή
done without
Παραδείγματα
I had to do without my phone for a day because it was charging. 

Έπρεπε να κάνω χωρίς το τηλέφωνό μου για μια μέρα επειδή ήταν σε φόρτιση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store