Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to do without
01
κάνω χωρίς, ζω χωρίς
to manage or live without something, usually something considered necessary or desired
Παραδείγματα
I ca n’t do without my glasses, so I always make sure I have them.
Δεν μπορώ να κάνω χωρίς τα γυαλιά μου, οπότε πάντα σιγουρεύομαι ότι τα έχω.



























