Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to do without
01
κάνω χωρίς, ζω χωρίς
to manage or live without something, usually something considered necessary or desired
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
without
βασικό ρήμα
do
ενεστώτας
do without
γ΄ ενικό πρόσωπο
does without
ενεστώτα μετοχή
doing without
απλός αόριστος
did without
παθητική μετοχή
done without
Παραδείγματα
I ca n’t do without my glasses, so I always make sure I have them.
Δεν μπορώ να κάνω χωρίς τα γυαλιά μου, οπότε πάντα σιγουρεύομαι ότι τα έχω.



























