wavy-haired
wa
weɪ
vei
vy
vi
vi
haired
hɛəd
heēd

Ορισμός και σημασία του "wavy-haired"στα αγγλικά

wavy-haired
01

με κυματιστά μαλλιά, με απαλά μπούκλες

describing a person with hair that has gentle waves or curls 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most wavy-haired
συγκριτικός βαθμός
more wavy-haired
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She has beautiful wavy-haired locks that cascade down her shoulders. 

Έχει όμορφες κυματιστές μπούκλες που πέφτουν στους ώμους της.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store