Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Late stage
01
ύστερη φάση, προχωρημένο στάδιο
a specific point near or towards the end of a longer period or process
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
late stages
Παραδείγματα
The project is now in its late stage, with only minor adjustments remaining.
Το έργο βρίσκεται τώρα στο τελικό στάδιο, με μόνο μικρές ρυθμίσεις που απομένουν.



























