Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Lateness
01
καθυστέρηση
the fact or quality of arriving, happening, or being done after the usual or expected time
Παραδείγματα
She tried to make up for her lateness by working extra hours to finish the task.
Προσπάθησε να αντισταθμίσει την καθυστέρησή της δουλεύοντας επιπλέον ώρες για να ολοκληρώσει την εργασία.
Λεξικό Δέντρο
lateness
late



























