slave labor
slave
ˈsleɪv
sleiv
la
leɪ
lei
bor
slave labour

Ορισμός και σημασία του "slave labor"στα αγγλικά

01

σκλαβωμένη εργασία, καταναγκαστική εργασία

work that people are forced to do without pay, often under harsh conditions and without freedom 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
The workers were forced into slave labor during the war. 

Οι εργάτες αναγκάστηκαν σε σκλαβιά κατά τη διάρκεια του πολέμου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store