voluntary sector
vo
ˈvɒ
vo
lun
lən
lēn
tary
tri
tri
sec
sɛk
sek
tor

Ορισμός και σημασία του "voluntary sector"στα αγγλικά

Voluntary sector
01

εθελοντικός τομέας, τομέας εθελοντισμού

organizations and activities carried out by individuals or groups working to help others without aiming for profit 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
voluntary sectors
Παραδείγματα
Many charities operate within the voluntary sector to support those in need. 

Πολλοί φιλανθρωπικοί οργανισμοί λειτουργούν στον εθελοντικό τομέα για να υποστηρίξουν όσους βρίσκονται σε ανάγκη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store