short term
short
ʃɔ:t
shawt
term
tɜ:m
tēm

Ορισμός και σημασία του "short term"στα αγγλικά

01

βραχυπρόθεσμος, μικρή περίοδος

a period of time that is close to the present or near future 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
short terms
Παραδείγματα
In the short term, they need to address the budget issue. 

Στο βραχυπρόθεσμο, πρέπει να αντιμετωπίσουν το ζήτημα του προϋπολογισμού.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store