weeding
Pronunciation
/ˈwidɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "weeding"στα αγγλικά

01

ξεχόρτωμα, αφαίρεση ζιζανίων

the act of removing unwanted wild plants from a garden or area
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Weeding is something I always put off until the last minute.
Το ξέχορτο είναι κάτι που αναβάλλω πάντα μέχρι το τελευταίο λεπτό.

Λεξικό Δέντρο

weeding
weed
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store