nonmeat
non
nɒn
non
meat
ˈmi:t
mit
non-meat

Ορισμός και σημασία του "nonmeat"στα αγγλικά

01

μη κρεατικός, χωρίς κρέας

not containing meat 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She prefers a nonmeat diet with lots of vegetables and grains. 

Προτιμά μια δίαιτα χωρίς κρέας με πολλά λαχανικά και δημητριακά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store