Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Outgoings
01
έξοδα, δαπάνες
the total amount of money a person or organization regularly spends on bills, expenses, and other payments
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
outgoings
Παραδείγματα
Their monthly outgoings include rent, utilities, and groceries.
Τα μηνιαία έξοδά τους περιλαμβάνουν ενοίκιο, κοινόχρηστα και είδη παντοπωλείου.



























