paternity leave
pa
πα
ter
ˈtɜ:
τερ
ni
νι
ty
ti
τι
leave
li:v
λιβ

Ορισμός και σημασία του "paternity leave"στα αγγλικά

Paternity leave
01

άδεια πατρότητας, γονική άδεια για τον πατέρα

a period of time that a father is legally allowed to take off work after the birth 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
paternity leaves
αρσενικό ενικό
paternity leave
θηλυκό ενικό
maternity leave
neutral form
parental leave
Παραδείγματα
He took two weeks of paternity leave to help care for the baby. 

Πήρε δύο εβδομάδες άδειας πατρότητας για να βοηθήσει στη φροντίδα του μωρού.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store