paternity leave
pa
πα
ter
ˈtɜ:
τερ
ni
νι
ty
ti
τι
leave
li:v
ληβ
/pətˈɜːnɪti lˈiːv/

Ορισμός και σημασία του "paternity leave"στα αγγλικά

Paternity leave
01

άδεια πατρότητας, γονική άδεια για τον πατέρα

a period of time that a father is legally allowed to take off work after the birth
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He returned to work refreshed after his paternity leave.
Επέστρεψε στη δουλειά ανανεωμένος μετά την άδεια πατρότητας του.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store