Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Paternity leave
01
άδεια πατρότητας, γονική άδεια για τον πατέρα
a period of time that a father is legally allowed to take off work after the birth
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
He returned to work refreshed after his paternity leave.
Επέστρεψε στη δουλειά ανανεωμένος μετά την άδεια πατρότητας του.



























