Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Distance learning
01
εκπαίδευση από απόσταση
a way of studying where students and teachers are in different locations, often using online platforms
Παραδείγματα
Some people find distance learning challenging due to a lack of direct interaction.
Μερικοί άνθρωποι βρίσκουν την εξ αποστάσεως εκπαίδευση δύσκολη λόγω έλλειψης άμεσης αλληλεπίδρασης.



























