medium height
me
ˈmi:
mi
dium
diəm
diēm
height
haɪt
hait
medium-height

Ορισμός και σημασία του "medium height"στα αγγλικά

medium height
01

μεσαίου ύψους

related to someone or something that is neither short nor tall, but of average or typical height 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most medium-height
συγκριτικός βαθμός
more medium-height
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
height, description, people
Παραδείγματα
He’s a medium-height man with dark hair and glasses. 

Είναι ένας άνδρας μεσαίου ύψους με σκούρα μαλλιά και γυαλιά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store