Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
medium height
01
μεσαίου ύψους
related to someone or something that is neither short nor tall, but of average or typical height
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most medium-height
συγκριτικός βαθμός
more medium-height
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
He described the suspect as a medium-height person in a black jacket.
Περιέγραψε τον ύποπτο ως άτομο μεσαίου ύψους με μαύρο σακάκι.



























