rail travel
rail
ˈreɪl
reil
tra
træ
trā
vel
vəl
vēl

Ορισμός και σημασία του "rail travel"στα αγγλικά

01

ταξίδι με τρένο, σιδηροδρομική μετακίνηση

a method of traveling by train, usually over long distances on tracks 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
Παραδείγματα
Rail travel can be faster than driving, depending on the route. 

Το ταξίδι με τρένο μπορεί να είναι ταχύτερο από την οδήγηση, ανάλογα με τη διαδρομή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store