minced
minced
mɪnst
μινστ
minedminded

Ορισμός και σημασία του "minced"στα αγγλικά

01

ψιλοκομμένος, τριμμένος

chopped or ground into very small pieces 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most minced
συγκριτικός βαθμός
more minced
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
food, preparation, texture
Παραδείγματα
The recipe calls for minced garlic. 

Η συνταγή απαιτεί ψιλοκομμένο σκόρδο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

minced
mince
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store