Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to go across
01
περνώ, γίνομαι κατανοητός
to be understood or accepted by others
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
across
βασικό ρήμα
go
ενεστώτας
go across
γ΄ ενικό πρόσωπο
goes across
ενεστώτα μετοχή
going across
απλός αόριστος
went across
παθητική μετοχή
gone across
Παραδείγματα
His explanation did n't go across as he intended.
Η εξήγησή του δεν έγινε κατανοητή όπως σκόπευε.



























